Ζώντας με την Κυκλοθυμία

Πολλές φορές στην καθημερινότητά μας, βασιζόμενοι σε περίεργες συναισθηματικές αντιδράσεις συνηθίζουμε να αυτοαποκαλούμαστε ή να αποκαλούμε άλλους ανθρώπους κυκλοθυμικούς. Πόσοι όμως γνωρίζουμε τί σημαίνει στην πραγματικότητα να είναι κάποιος κυκλοθυμικός; Και γιατί εφόσον θεωρούμε ότι η συμπεριφορά μας είναι κυκλοθυμική δεν αναζητούμε βοήθεια;

Η λέξη κυκλοθυμία προέρχεται από τις λέξεις «κύκλος» και «θυμός» (διάθεση) και εισήχθη στην ορολογία της ψυχικής υγείας κατά τη δεκαετία του 1880. Ανήκει στην κατηγορία των διαταραχών διάθεσης και πιο συγκεκριμένα στις διπολικές διαταραχές και χαρακτηρίζει τις εναλλαγές στην ψυχική διάθεση, οι οποίες συχνά γίνονται αντιληπτές ως στοιχεία της προσωπικότητας του ασθενή. Οι αιτίες εμφάνισης της κυκλοθυμίας δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί, ωστόσο, υπάρχουν μελέτες που υποστηρίζουν τη συμβολή γενετικών παραγόντων.

Σύμφωνα με την πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών, DSM-5 (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders), η συχνότητα εμφάνισης της διαταραχής στο γενικό πληθυσμό υπολογίζεται μεταξύ 0.4% και 1%. Είναι εξίσου συχνή σε άντρες και γυναίκες, αν και συχνά θεωρείται ότι οι γυναίκες είναι περισσότερο επιρρεπείς στην εμφάνισή της, καθώς καταφεύγουν στην αναζήτηση θεραπείας συχνότερα από ότι ο αντρικός πληθυσμός. Κατά κύριο λόγο, η εμφάνιση της διαταραχής γίνεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας ή των πρώτων χρόνων της ενήλικης ζωής και θεωρείται ως ιδιοσυγκρασιακή προδιάθεση για την εμφάνιση άλλων διαταραχών διάθεσης, κυρίως διπολικών διαταραχών (APA, 2013).

Διαγνωστικά κριτήρια κατά DSM-5

Κύριο χαρακτηριστικό της κυκλοθυμίας είναι η εναλλαγή της συναισθηματικής κατάστασης, η οποία ισοδυναμεί με παρουσία πολυάριθμων υπομανιακών και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, τα οποία όμως δεν πληρούν τα κριτήρια υπομανιακού και μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου αντίστοιχα. Τα συμπτώματα αυτά διατηρούνται για τουλάχιστον δύο χρόνια στους ενήλικους ασθενείς, ενώ εάν εμφανίζονται σε παιδιά και εφήβους διατηρούνται για τουλάχιστον έναν χρόνο. Κατά τη διάρκεια των δύο ετών (ή του ενός για το νεαρό πληθυσμό) η συνολική περίοδος που οι ασθενείς βιώνουν τα υπομανιακά και τα καταθλιπτικά συμπτώματα είναι μεγαλύτερη από την περίοδο απουσίας των συμπτωμάτων, ενώ η μεγαλύτερη περίοδος που κάποιος ασθενής μπορεί να είναι ελεύθερος από συμπτώματα είναι δύο μήνες.

Για να γίνει η διάγνωση της κυκλοθυμικής διαταραχής πρέπει να μην έχουν καλυφθεί τα κριτήρια για τη διάγνωση μείζονος καταθλιπτικού, μανιακού ή υπομανιακού επεισοδίου. Ωστόσο, εάν μετά την πάροδο των δύο ετών ο ασθενής βιώσει μείζων καταθλιπτικό, μανιακό ή υπομανιακό επεισόδιο, η διάγνωση της κυκλοθυμίας αλλάζει σε μείζονα καταθλιπτική, διπολική ή κάποια άλλη σχετική διαταραχή. Παράλληλα, για να είναι έγκυρη η διάγνωση της κυκλοθυμικής διαταραχής, τα συμπτώματα που εμφανίζονται δεν πρέπει να εξηγούνται από κάποια ψυχωσική διαταραχή και φυσικά δεν πρέπει να έχουν προκληθεί από τη χρήση φαρμάκων ή από κάποια οργανική πάθηση. Τέλος, αν και σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται ομαλή λειτουργικότητα κατά την περίοδο της υπομανίας, τα συμπτώματα της κυκλοθυμίας προκαλούν κλινικά μεγάλη καταπόνηση και κοινωνική δυσλειτουργικότητα.

Επίδραση στον τρόπο ζωής

Η κυκλοθυμία θεωρείται μία ήπιας μορφής διαταραχή διάθεσης. Αυτό που την χαρακτηρίζει είναι οι διακυμάνσεις στη διάθεση, που εκτείνονται από σύντομες περιόδους ήπιας κατάθλιψης σε περιόδους ευφορίας και το αντίστροφο, και οι περίοδοι αυτές διαφέρουν σε διάρκεια, σοβαρότητα και συμπτωματολογία, ενώ υπάρχουν και κάποιες σπάνιες περιπτώσεις ταυτόχρονης εμφάνισης καταθλιπτικών και υπομανιακών συμπτωμάτων. Η υπομανία είναι μία κατάσταση που είναι σχετικά δύσκολο να διαγνωστεί. Κύριά της συμπτώματα είναι ένα έντονο αίσθημα χαράς και ευφορίας, η παρορμητικότητα και η υπερδραστηριότητα.

Αντιθέτως, τα καταθλιπτικά συμπτώματα διαγιγνώσκονται ευκολότερα και περιλαμβάνουν έντονη ταραχή, συναισθηματική αστάθεια και ανασφάλεια, άγχος, αισθήματα αναξιότητας και τύψεις. Ωστόσο, τόσο κατά τις περιόδους κατάθλιψης όσο και κατά τις περιόδους υπομανίας, κύριο σύμπτωμα που χαρακτηρίζει τη διαταραχή είναι η ευερεθιστότητα. Η υπομανία επομένως εμφανίζεται με δύο όψεις. Από τη μία έχουμε μία παραγωγική περίοδο θετικών συναισθημάτων και από την άλλη μία «σκοτεινή» περίοδο ευερεθιστότητας και επικίνδυνων συμπεριφορών. Έτσι, η ύπαρξή της ευερεθιστότητας και κατά τις δύο περιόδους αποτελεί σημαντική αιτία που σε πολλές περιπτώσεις η κυκλοθυμία διαγιγνώσκεται λανθασμένα ως κατάθλιψη.

Ασθενείς με κυκλοθυμία έχουν επίσης αυξημένες πιθανότητες να πάσχουν και από κάποια άλλη ψυχική διαταραχή, όπως Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας, Αγχώδεις Διαταραχές, Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, Διαταραχές Συμπεριφοράς και Παρορμήσεων, όπως παθολογικός τζόγος, διαταραχές πρόσληψης τροφής και χρήση ουσιών. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια κυρίως των καταθλιπτικών ή των μικτών επεισοδίων αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα αυτοκτονικών τάσεων.

Η ζωή επομένως των ατόμων που πάσχουν από μία τέτοιου είδους διαταραχή φαίνεται ότι επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό. Διαταράσσεται η καθημερινότητά τους και η κοινωνική και επαγγελματική τους ζωή. Δυσκολεύονται να διατηρήσουν μία επαγγελματική θέση όπως και μία φιλική ή ερωτική σχέση και οδηγούνται σταθερά στην απομόνωση.

Παράλληλα, είναι πολύ επιρρεπείς σε αντικοινωνικές και παράνομες συμπεριφορές, οι οποίες πολλές φορές αποδεικνύονται αυτοκαταστροφικές, ενώ υπάρχει και αυξημένη πιθανότητα κατάχρησης ουσιών και αλκοόλ και αυτοκτονικών τάσεων. Όταν, μάλιστα, υπάρχει συννοσηρότητα με άλλες διαταραχές, η διάγνωση και η θεραπεία της κυκλοθυμίας γίνεται ακόμα δυσκολότερη, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται όλο και περισσότερο η ομαλή διαπροσωπική και κοινωνική λειτουργία του πάσχοντα (Perugi και συν., 2015. Van Meter και συν., 2012).

Θεραπεία

Η διάγνωση της κυκλοθυμίας αποτελεί δύσκολη υπόθεση, με αποτέλεσμα άτομα με κυκλοθυμία να μένουν σε αρκετές περιπτώσεις χωρίς θεραπεία. Η κυκλοθυμία χρειάζεται έναν πολύ προσεγμένο τρόπο θεραπείας, ο οποίος να συνδυάζει τη φαρμακοθεραπεία με την ψυχοεκπαίδευση και την ψυχοθεραπεία. Φάρμακα, όπως το λίθιο και η λαμοτριγίνη, φαίνεται να λειτουργούν ως σταθεροποιητές της διάθεσης, ενώ η κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση βασισμένη στις ανάγκες του κάθε ασθενή επιταχύνει τη θεραπευτική διαδικασία. Σημαντική προϋπόθεση ωστόσο για μία επιτυχημένη θεραπεία είναι η αποδοχή της ασθένειας που επιτυγχάνεται με την ψυχοεκπαίδευση (Hantouche & Perugi, 2012).

Συνοψίζοντας, η κυκλοθυμία αποτελεί μία σχετικά ήπιας μορφής διαταραχή της διάθεσης. Παρόλα αυτά, επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στον τρόπο ζωής των ασθενών, οι οποίες επιδεινώνονται καθώς οι πάσχοντες δεν καταφεύγουν συχνά στην αναζήτηση βοήθειας, θεωρώντας τις συναισθηματικές εναλλαγές ως στοιχεία της προσωπικότητάς τους. Η κατάλληλη θεραπευτική διαδικασία είναι αυτή που τελικά οδηγεί σε ανακούφιση των συμπτωμάτων και σε βελτίωση της ποιότητας ζωής.


Βιβλιογραφία

  • American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed.). Washington, DC: American Psychiatric Publishing.
  • Hantouche, E., & Perugi, G. (2012). Should cyclothymia be considered as a specific and distinct bipolar disorder?. Neuropsychiatry, 2(5), 407-414.
  • Perugi, G., Hantouche, E., Vannucchi, G., & Pinto, O. (2015). Cyclothymia reloaded: A reappraisal of the most misconceived affective disorder. Journal of affective disorders, 183, 119- 133.
  • Van Meter, A. R., Youngstrom, E. A., & Findling, R. L. (2012). Cyclothymic disorder: a critical review. Clinical psychology review, 32(4), 229-243.